γεωργός

γεωργ-ός, όν, ([etym.] γῆ, ἔργον)
A tilling the ground,

βοίδιον Ar.Ach.1036

; fertilizing,

Νεῖλος Lib.Or.13.39

:—as Subst., γεωργός, , husbandman, Hdt.4.18, Ar.Pax 296, Pl.Phdr.276b, etc.; οἱ γ., opp. οἱ μισθαρνοῦντες, Arist.Pol.1296b28; but γ., opp. ὁ δεσπότης τοῦ χωρίου, IG22.1100; so of vine-dressers, gardeners, etc., Pl.Tht.178d, Ael.NA7.28; γ. ὄχλος the peasantry, D.H.10.53; γ. βίος prob. in Ar.Pax589;

δένδρων ὧν γ. αἵδε αἱ χεῖρες Philostr.VA2.26

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γεωργός — tilling the ground masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργός — ο (AM γεωργός, ο Α και γεωργός, όν) καλλιεργητής τής γης, αγρότης αρχ. 1. στον πληθ. οι γεωργοί κύριοι μικρών αγρών ως ιδιαίτερη κοινωνική τάξη της αρχαίας Αθήνας 2. φρ. «γεωργός ὄχλος» γεωργοί, χωρικοί. [ΕΤΥΜΟΛ. Με αντιμεταχώρηση < γη (F)… …   Dictionary of Greek

  • γεωργός — ο αυτός που καλλιεργεί τη γη: Οι γεωργοί διαπίστωσαν ότι οι καλλιέργειές τους καταστράφηκαν από τον παγετό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μπόντης, Γεώργος — (Αθήνα 1944 –). Λογοτεχνικό ψευδώνυμο του φωτογράφου και λογοτέχνη Γιώργου Μπαλάνου. Σπούδασε ηλεκτρονικά (για 1 χρόνο) και αγγλικά, ενώ ασχολήθηκε ερασιτεχνικά και με τη φυσική. Σταδιοδρόμησε αρχικά ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας και στη συνέχεια …   Dictionary of Greek

  • γεωργόν — γεωργός tilling the ground masc/fem acc sg γεωργός tilling the ground neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργοῖν — γεωργός tilling the ground masc/fem/neut gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργοί — γεωργός tilling the ground masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργούς — γεωργός tilling the ground masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργέ — γεωργός tilling the ground masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργῷ — γεωργός tilling the ground masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεωργώ — γεωργός tilling the ground masc/fem/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.